alt
Πεθαίνετε, διότι εσκοτώσατε το Πνεύμα.
Ενόσω δεν αναστηθή και αναστηλωθή το Πνεύμα,

αδύνατον να αρχίση η υπάρχουσα Ζωντανή Ελλάς.
Περικλής Γιαννόπουλος
(1870-1910)


Διά να είναι η Φυλή εις το χάλι που είναι, φανερόν οτι οι τωρινοί Έλληνες είσθε οι χειρότεροι που υπήρξαν ποτέ
Περικλής Γιαννόπουλος
1870-1910
 

Τό νά αυτοτιτλοφορείσαι "Ελλην" καί τό νά έχης συνείδηση τί αυτή η έννοια σημαίνει, είναι δύο διαφορετικά πράγματα. "Ελλην" δέν είναι νά έχης ταυτότητα καί υπηκοότητα αυτού τού Κράτους πού θέλει, χωρίς νά τ' αξίζη, νά λέγεται "Ελλάς". "Ελλην" σημαίνει Φώς καί Πνεύμα. Σημαίνει Ανθρωπος καί Εξανθρωπιστής. Σημαίνει Αρετή καί Κάλος κι Ανδρεία. Σημαίνει Ελευθερία καί Δίκαιον καί σεβασμό Ετεροδόξων. "Ελλην" σημαίνει Αρμονία καί Ηθος καί Ερως γιά τήν Φύση καί τόν Κόσμο. Βαρύ τό φορτίο τής κληρονομιάς ενός τέτοιου ονόματος καί λίγοι έχουν τό δικαίωμα νά τό φέρουν.
Ο Περικλής Γιαννόπουλος υπήρξε Ελλην! Ελάτρευσε τήν έννοια "Ελλάς" σέ όλη τήν πληρότητά της, τραγούδησε σέ μιά κοινωνία Κουφών, αυτήν τήν Ελλάδα, έζησε μιά ζωή γεμάτη από Ελλάδα καί πέθανε μ' έναν Ελληνοπρεπή, θυσιαστικό θάνατο - σάν Ηθοποιός Αρχαίας Τραγωδίας - φωταυγάζοντας στούς τυφλούς καί κραυγάζοντας στούς κουφούς τήν έννοια "Ελλάς". Γι' αυτά του τά εγκλήματα, καταδικάστηκε απ' αυτή τή μικρόψυχη κοινωνία τών τυφλών καί κουφών καί τό Ανθελληνικό, Χριστιανικό και Ρωμαϊκο κράτος, στή μέγιστη ποινή τής Λήθης, τήν οποία εκτίει ακόμη.
Οι Ιδέες του όμως ενέπνευσαν καί επέζησαν μέσα από τά έργα τών φίλων του: τού Κωστή Παλαμά, τού Ανδρέα Λασκαράτου, τής Μυρτιώτισας, τού Αγγελου Σικελιανού, τού Γρηγόρη Ξενόπουλου, τού Ιωνος Δραγούμη, τού Βλάσση Γαβριηλίδη, τού Πικιώνη καί πολλών άλλων. Ιδέες πού σημειοθέτησαν, εχάραξαν καί ευχήθηκαν αυτό που ο ίδιος έλεγε "Ελληνική Αναγέννηση".
Ο Περικλής Γιαννόπουλος εγεννήθη στήν Πάτρα, τόν Φεβρουάριο τού 1870. Ο πατέρας του ήταν Γιατρός καί κατήγετο από τό Μεσολόγγι. Η Μητέρα του από τήν αρχοντική Βυζαντινή οικογένεια τών Χαιρέτηδων. Μέλη αυτής τής οικογενείας, όπως ο παπούς του Θεόφραστος, έδωσαν τό όνομά τους στήν Κρητική επανάσταση τού 1841 (επανάσταση Χαιρέτη). Τά παιδικά του χρόνια στήν Πάτρα, ήταν χρόνια ευτυχισμένα κι ανέμελα, ενός παιδιού γεμάτου κίνηση καί ζωή. Η αγάπη γιά τή ζωή καί η ορμητική, νεανική απόλαυσή της ήταν και πάλι τό κύριο χαρακτηριστικό τών δύο χρόνων που σάν φοιτητής Ιατρικής, έζησε στό πολύβουο, κοσμοπολίτικο Παρίσι. Η σωματική του διάπλαση καί τό όμορφο πρόσωπο μέ τά γαλανά μάτια καί τό αγέρωχο, ανδροπρεπές ύφος, έκαναν τόση εντύπωση, ώστε, παρομοιάζοντάς τον μέ άγαλμα τού Πραξιτέλους, τού κόλησαν τό παρατσούκλι: "le Dieu Apollon". Ο Αγγελος Σικελιανός έγραψε γι' αυτήν τήν περίοδο τής ζωής του: "η νιότη του έπαιξε παράφορα, τόν αυλό, γιά νά χορέψουν μύριοι Σάτυροι, που εξέβγαιναν μπροστά του, μεθυσμένοι από τή ζέστα τού ήλιου". Μετά τόν θάνατο του πατέρα του καί τά οικονομικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν, επιστρέφει στήν Αθήνα καί γράφεται στή Νομική Σχολή, όπου όμως δέν φοίτησε ποτέ. Αρχισε διψασμένα καί μανιωδώς νά διαβάζει - λές κι ήθελε νά αναπληρώση τά χαμένα χρόνια που επέρασαν κι αυτά που θά 'ρχονταν καί δέν θά ζούσε. Έκανε μεταφράσεις Ευρωπαίων Κλασσικών καί κυρίως μελετούσε Αρχαίους Συγγραφείς. Προσπάθησε νά βρή στ' Αρχαία κείμενα, αυτήν τήν Ελληνουσία που γεννά Πνεύμα, γεννά Πολιτισμούς, γεννά Ανθρωποποιές αξίες. Μάζευε υπομονετικά καί μεθοδικά όλα αυτά τά στοιχεία καί τά μετέπλαθε στίς γνωστές "Περικλογιαννοπούλειες Ιδέες", πού άλλοι ειρωνεύτηκαν καί άλλους - τούς Νοούντες - ενθουσίασαν.
Γιά τίς Ιδέες αυτές υπήρχαν πάντα πρόθυμες στήλες στίς εφημερίδες καί τά περιοδικά τής εποχής, νά τίς φιλοξενήσουν. Στόν Νουμά, τά Παναθήναια, τήν Ακρόπολη, τήν Εστία, τό Αστυ, κτλ. Πολλά άρθρα τά υπέγραφε μέ τ' όνομά του. Αλλα μέ πολλά ψευδώνυμα, οπως: Ονούφριος, Απολλώνιος, Λίνος, Μαίανδρος, κτλ. Τά τελευταία άρθρα του είχαν τήν υπογραφή "Θ. Θάνατος". Τά σημαντικότερα έργα του είναι: "Κριτική", "Ελληνική Γραμμή", "Ελληνικόν Χρώμα", "Σύγχρονος Ζωγραφική", "Πρός τούς Καλλιτέχνας μας" καί τά τελευταία του: "Νέον Πνεύμα" καί "Εκκλησις πρός τό Πανελλήνιον κοινόν".
Τό ύφος τών άρθρων του ήταν πάντα επιθετικό. Κεντούσε καί ξυπνούσε ναρκωμένες συνειδήσεις, αλλά κυρίως απέπνεε "Ελλάδα". Γιά τά έργα του έγραψε ο Παλαμάς: "Μιά πνοή πνέει μέσα τους πλατειά συνθετική. Ανοίγει παράθυρα, δείχνει ορίζοντες, σπέρνει στοχασμούς, υποβάλλει ιδέες, κηρύχνει αλήθειες, ξυπνάει τήν Ιστορία, γαργαλίζει τήν περιέργεια, τεντώνει τά μάτια τής Κριτικής. Η ρητορική του είναι καί η Αρετή του καί η Αμαρτία του".
Τά πρώτα του έργα, όπως "Ελληνική Γραμμή", "Ελληνικόν Χρώμα", κτλ., ήταν κυρίως αισθητικά. Ηταν μιά Ιδεαλιστική θεώρηση τών Αξιών καί τών Τεχνικών που θά έπρεπε νά διέπουν τήν Αρχιτεκτονική, τήν Ζωγραφική, τήν Γλυπτική. Μιά θεώρηση τής ιδιαιτερότητος, τής Αρμονίας καί τής Πνευματόχρωας αισθητικής που μοναδικά προβάλλει η Ελληνική Φύσις καί τό Ελληνικό Φώς.
Ο Γιαννόπουλος οραματίστηκε ένα σύστημα Ελληνικής Κοσμοθεωρήσεως καί Βιοθεωρήσεως τό οποίο αγκαλιάζει κι εξετάζει κάθε πτυχή τού Ελληνικού Βίου - Πνευματική, Ηθική, Αισθητική, Πολιτική, ακόμη καί Μεταφυσική - καί χαράζει κατευθύνσεις εξελίξεων στό Μέλλον. Ο Γρηγ. Ξενόπουλος γράφει σχετικά: "Καί ό,τι κάμνει διά τήν Ζωγραφικήν, τό αυτό καί μέ τήν Αρχιτεκτονικήν, Γλυπτικήν, ποίησιν, Διήγημα, Δράμα, Γλώσσαν, κτλ.. Εξετάζει πώς είναι έκαστον καί μάς διδάσκει πώς έπρεπε νά είναι. Καί ολίγον κατ' ολίγον, αρχίζων από τήν Τέχνην, περών εις τήν Γλώσσαν, προχωρών εις τήν Κοινωνίαν καί καταλήγων εις τήν Πολιτείαν συμπληρώνει εν σύστημα καθολικής Ελληνικής αναγεννήσεως, πάντοτε επί τη βασει τής ιδίας αρχής καί βάσεως, φύσει δέ Μεγαλοϊδεάτης μέ πίστιν ακλόνητον εις τήν αξίαν καί δύναμιν τής αθανάτου Φυλής, καταστρώνει τό μέγα σχέδιον καί ρίπτει τό στερεόν θεμέλιον τού ονειρευμένου του Νεοελληνικού Πολιτισμού, μεγάλου ως ο Αρχαίος, μεγαλυτέρου από κάθε άλλον σημερινόν". Περιφρονεί κάθε ξενόφερτο καί κάθε ξενομανές καί μόνο μίσος, συμφέροντα κι εχθρότητα, βλέπει στή συμπεριφορά τών ξένων (πόσο επίκαιρα καί σήμερα όλα αυτά, μετά από 80 χρόνια που τίποτε δέν άλλαξε!) απέναντι τής Ελλάδος, τούς οποίους γενικά καλεί Φράγκους. "Οταν δέν εκτελούμεν τόν εκπολιτιστικόν προορισμόν μας, μάς βρίζουν οι Φράγκοι. Οταν τόν εκτελούμεν, τόν αρνούνται καί πάλιν μάς βρίζουν". Καί αλλού: "Ο Ελληνισμός από καταβολής Κόσμου δέν είχε καμμίαν ημέραν ΣΚΟΤΕΙΝΗΝ καί ούτε ένα δευτερόλεπτον δυνάμενον νά παραβληθή πρός τά Φραγκικά Μεσαιωνικά Σκότη. Ητο, είναι καί θά είναι ολόκληρος πάντα καί εν αποσυνθέσει ακόμη, ΦΩΤΕΙΝΟΤΑΤΟΣ. Ο Φραγκόκοσμος ατίμως ηθέλησε νά εξαπλώση τό δικό του Σκοτάδι καί εφ' ημών". Πιστεύει ότι μόνη η Ελλάς μέ τίς αναλείωτες Αξίες τού Πολιτισμού της, είναι δυνατόν νά παράγη ανθρώπους καί ότι η σχέσις Ελληνικής Γής πρός τόν Έλληνα Ανθρωπο, δέν είναι σχέσις Φυσική, αλλά Μεταφυσική, Θεία, ανεξήγητη. Τό Μέγα Θαύμα καί τό Μέγα Μυστήριον! Κι ο Εξανθρωπισμός τής Οικουμένης είναι η αποστολή τής Ελληνικής Ψυχής. Τρείς είναι οι αναβαθμοί τών "Περικλογιαννοπούλειων" Ιδεών, κατά τόν Δημήτριο Βεζάνη: Ο πρώτος, η αφύπνιση τού Εθνους, η προσπάθεια δηλαδή ν' αποκτήση τό Έθνος συνείδηση εαυτού καί αποστολής του. Ο δεύτερος, η δημιουργεία ενός μεγάλου Κράτους, που νά περιλαμβάνη όλους τούς Ελληνες καί όλα τά Ελληνικά εδάφη. Κι ο τρίτος, η πρός τά έξω ακτινοβολία τού Ελληνισμού, που ονομάζει Εξανθρωπισμό κι Εξελληνισμό τής Οικουμένης. Φωναζει στούς πάντες: "Εχετε υπεράνθρωπα καθήκοντα νά εκτελέσητε. Χωρίς νά τά εκτελέσητε δέν έχετε κανέν δικαίωμα νά φέρετε τό όνομα ΕΛΛΗΝ".
Είχε βαθειά κι ακράδαντη πίστη ότι ο Ελληνικός Πυρήν παραμένει ακέραιος στό βάθος κάθε Ελληνος, ακόμη κι αυτού τού σημερινού τής καταπτώσεως. Έλεγε ότι καί μόνο η χρησιμοποίηση από τούς Ελληνες τού υβριστικού επιθέτου "Ρωμηός", αρκεί γιά νά δείξη τό μέγεθος αυτής τής καταπτώσεως. Επιτακτική ανάγκη λοιπόν γιά τό Έθνος, να ξαναγίνη ο "Ρωμηός", Ελλην!
Λίγο πρίν από τόν θάνατό του, τόν είχε κυριέυσει μιά μεγάλη απογοήτευση που δέν μπορούσε νά μεταδώση στούς άλλους, τούς πολλούς, όπως ήθελε, αυτόν τόν ασίγαστο καί ακράτητο Ελληνισμό, που έκαιγε μέσα του. Εκτός από λίγα φωτισμένα μυαλά, τό μεγάλο Κοινό αδιαφόρησε γιά τό κήρυγμα καί τίς ιδέες του. "Πρέπει νά γίνω Πρακτικός" έλεγε στούς φίλους του, "Πρέπει νά κάνω κάτι τό Πρακτικόν". Καί τό έκανε.
Τό πρωΐ τής 10ης Απριλίου τού 1910, έβρεχε πολύ. Ο Περικλής Γιαννόπουλος, ντυμένος στά ολόλευκα, πήγε μέ αμάξι στό Σκαραμαγκά. Εκεί, αφού έφαγε σέ παρακείμενο Χάνι, εζήτησε από τόν αμαξά νά ξεζέψη ένα λευκό άλογο. Τό καβάλησε, χωρίς σέλα καί αναβατήρες, καί προχώρησε πρός τήν ακτή. Εκεί, αλείφτηκε αρώματα, στεφανώθηκε μέ αγριολούλουδα καί κάλπασε πρός τά κύματα, μέσα στήν ανοιξιάτικη βροχή. Σάν έφθασε έτσι καβάλα στά βαθειά, γύρισε τό άλογο πρός τήν ακτή καί κρατώντας μέ τό ένα χέρι τά χαλινάρια, πυροβόλησε μέ τ' άλλο στόν κρόταφο καί χάθηκε μέσα στούς αφρούς τών κυμάτων, ενώ τό άλογο ξαναγύριζε ρουθουνίζοντας στήν ακτή.
Μετά από δύο εβδομάδες, η θάλασσα έβγαλε τό πτώμα του στήν Ιερή γή τής Ελευσίνας. Εκεί καί ετάφη, μέ Πρωθυπουργική εντολή - όχι επειδή σκέφτηκαν ότι σ' αυτήν τήν ιερή γή, άρμοζε νά ταφή ένας τόσο άξιος Ελληνας, αλλά γιά τόν φόβο πιθανών επεισοδίων Exclamation markστήν κηδεία του, στήν Αθήνα, από τούς φίλους του. Στό πορτοφόλι του βρέθηκε ένας οβολός, που σάν Ελληνας θά πλήρωνε στόν Χάρο γιά νά τόν περάση από τήν λίμνη Αχερουσία στά Ηλύσια πεδία!
Στόν χαμό του έκλαψαν οι Φίλοι του, μέ τήν σπαράσουσα μά καί μελωδική δύναμη τού ποιητικού τους λόγου:

Ο Κωστής Παλαμάς:
"Πάει κι ο Αντίνοος έφηβος κι ο πιό λαμπρός που ζούσε
μέ τό όραμα ημερόφαντον ανάστασης ως πέρα
μιάς ομορφιάς Ελλήνισσας, απάνου από τά λόγια,
καί που γοργά τή ζήση του που ζούσε ανάμεσό μας,
καί ξαφνικά, τήν τράβηξε μέσ' από μάς καί φεύγει,
καθώς τραβάς τό χέρι σου νά μή σού τό μολέψη
τό χέρι κάποιου ανάξιου μέ τό χαιρετισμό του."

Ο Μ. Μαλακάσης:
"Τώρα σ' ευλάβεια μνήμης, ω Απολλώνιε ζήσε,
Νέος μαζί κι Αρχαίος - μιά λύπη, μιά χαρά -
Σάν απ' τόν Πραξιτέλη μαρμαρωμένος νά είσαι
Καί σάν ζωγραφισμένος απ' τό Λα-Γκανταρά."

Η Μυρτιώτισσα:
"...Ευγενικέ μας φίλε, η ωραία μορφή σου
ήταν γιά μάς γλυκειά παρηγοριά,
κι ήξερε ν' ανασταίν' η δυνατή ψυχή σου
όλα τά νεκρωμένα μας ιδανικά.
...Ηρθα νά ιδώ τήν άνοιξη - μάς έλεγες στερνά -
γι' αυτήν μονάχα ήρθα στήν ζωή.
Τήν είδα, τήν κατάλαβα, τής ρούφηξα τά μυστικά,
τώρα ξαναγυρίζω στή σιγή."

Ο Αγγελος Σικελιανός:
"...Κι έφερε η φήμη (ας ήταν μέ τού στίχου
μονάχα τήν ευγένεια νά σηκώση
τού θανάτου τόν πέπλο) πώς καταίβη
σέ άλογο απάνω, στό καθάριο κύμα
καί πώς τό στόλισε μ' ανθούς, κι εκείνος
πώς μ' αγριολούλουδα νεκροστολίστη.
Καί μπροστά στού πελάγου τά ζαφείρια
καί μπροστά στήν αρίθμητην ανάσα,
τού αρμυρού καί ηλιόλουστου αγέρα,
τό άλογο εκέντησε μπροστά στό κύμα,
σά μπρός σ' εμπόδιο, π' άλλαζε τού ανέμου
η πλήθια πνοή καί που όσο άν απλωνόταν
συντριμμένο στόν άμμο, ολόρτο πάλι,
φουσκωμένον ανέβαινεν ορμώντας.
Φωτιά δέ θά ν' ανάψωμε, στόν όχτο
τόν έρμο τούτο, τού κορμιού τού ωραίου
τή στάχτη γιά νά πάρωμε. Τό κύμα
δέν τόν εξέβρασε, ως τόν αδελφό του
τόν Σέλεϋ, μές στών φίλων του τά χέρια.
Καί κανείς στή φωτιά δέ θά νά σκύψη,
μέ τολμηρό τό χέρι, τήν καρδιά του
νά ξεσηκώση μέσα από τή στάχτη
καί μέ σέβας Ιερό, νά τηνε δείξη
στό μοναχό της τόν κριτή, τόν Ηλιο!".

"Τίς ήτο ο Περικλής Γιαννόπουλος ο θαλασσοκτονήσας; Τίς δύναται νά τό ειπή; Ο γράφων, όστις τόν εγνώρισε από εικσαετίας, τόσον ήτο εις θέσιν νά τόν καταλάβη, όσον ένας γάϊδαρος γκαρίζων δύναται νά αντιληφθή Μπετόβεν. Δι' εμέ ήτο ο εξοχώτερος τών νέων Ελλήνων". Μέ αυτήν, τήν τελευταία, επιγραμματική φράση τού Βλάσση Γαβριηλίδη, θέλω νά τελειώσω κι εγώ τήν δική μου, σύντομη - καί σίγουρα ελλειπή - αναφορά μνήμης σ' αυτόν τόν σκόπιμα καί υποβολιμαία, άγνωστο γιά τούς πολλούς, "εξoχώτερο τών νέων Ελλήνων".