ΑΠΟΛΛΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ!!!

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ "ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ" ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΜΑΣ!

Τρίτη 10 Απριλίου 2018

ΕΡΩΤΗΜΑ??ΠΟΣΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ??ΟΛΟΣ Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ ΕΔΩ!!


Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΛΛΑΔΑ ΙΣΡΑΗΛ
ΕΜΕΝΑ ΜΟΥ ΚΑΝΕΙ ΓΙΑ ΕΒΡΑΪΚΟΣ!!
Τον Εθνικό Ύμνο της Ελλάδος αποτελούν οι δύο πρώτες στροφές του ποιήματος "Ύμνος εις την Ελευθερίαν". Γράφτηκε το Μάιο του 1823 στη Ζάκυνθο από τον ποιητή Διονύσιο Σολωμό. Ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύτηκε στο Μεσολόγγι και τον ίδιο χρόνο ο Φωριέλ το συμπεριέλαβε στη συλλογή των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Το 1828, ο Νικόλαος Μάντζαρος, κερκυραίος μουσικός και φίλος του Σολωμού, μελοποίησε το ποίημα, με βάση λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία, αλλά όχι ως εμβατήριο. Έκτοτε ο "Ύμνος εις την Ελευθερίαν" ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές. Το ποίημα "Ύμνος εις την Ελευθερία" αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές από αυτές οι 24 πρώτες στροφές καθιερώθηκαν ως Εθνικός Ύμνος, το 1865. Από αυτές οι δυο πρώτες είναι εκείνες που ανακρούονται και συνοδεύουν πάντα την έπαρση και την υποστολή της σημαίας και ψάλλονται σε επίσημες στιγμές και τελετές. Κατά τη διάρκεια της ανάκρουσης αποδίδονται τιμές χαιρετισμού. Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή, σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη. Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Εκεί μέσα εκατοικούσες πικραμένη, εντροπαλή, κι ένα στόμα εκαρτερούσες, «έλα πάλι», να σου πεί. 'Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα κι ήταν όλα σιωπηλά, γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Δυστυχής! Παρηγορία μόνη σού έμενε να λές περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις. Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει φιλελεύθερη λαλιά το ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι από την απελπισιά Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω το κεφάλι από τσ' ερμιές;». Και αποκρίνοντο από πάνω κλάψες, άλυσες, φωνές. Τότε εσήκωνες το βλέμμα μες στα κλάιματα θολό, και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα πλήθος αίμα ελληνικό. Με τα ρούχα αιματωμένα ξέρω ότι έβγαινες κρυφά να γυρεύεις εις τα ξένα άλλα χέρια δυνατά. Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάλθες μοναχή· δεν είν' εύκολες οι θύρες εάν η χρεία τες κουρταλεί. 'Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια, αλλ' ανάσαση καμμιά· άλλος σου έταξε βοήθεια και σε γέλασε φρικτά. ΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου οπού εχαίροντο πολύ, «σύρε νά 'βρεις τα παιδιά σου, σύρε», έλεγαν οι σκληροί. Φεύγει οπίσω το ποδάρι και ολογλήγορο πατεί ή την πέτρα ή το χορτάρι που τη δόξα σού ενθυμεί. Ταπεινότατη σου γέρνει η τρισάθλια κεφαλή, σαν πτωχού που θυροδέρνει κι είναι βάρος του η ζωή. Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει κάθε τέκνο σου με ορμή, πού ακατάπαυστα γυρεύει ή τη νίκη ή τη θανή. Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Μόλις είδε την ορμή σου ο ουρανός που για τσ' εχθρούς εις τη γη τη μητρική σου έτρεφ' άνθια και καρπούς, εγαλήνεψε· και εχύθει καταχθόνια μια βοή, και του Ρήγα σού απεκρίθη πολεμόκραχτη η φωνή. ΄Ολοι οι τόποι σου σ' εκράξαν χαιρετώντας σε θερμά, και τα στόματα εφωνάξαν όσα αισθάνετο η καρδιά. Εφωνάξανε ως τ' αστέρια του Ιονίου και τα νησιά, κι εσηκώσανε τα χέρια για να δείξουνε χαρά, μ' όλον πού 'ναι αλυσωμένο το καθένα τεχνικά, και εις το μέτωπο γραμμένο έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά». Γκαρδιακά χαροποιήθει και του Βάσιγκτον η γη, και τα σίδερα ενθυμήθει που την έδεναν κι αυτή. Απ' τον πύργο του φωνάζει, σα να λέει σε χαιρετώ, και τη χήτη του τινάζει το λιοντάρι το Ισπανό. Ελαφιάσθη της Αγγλίας το θηρίο, και σέρνει ευθύς κατά τ' άκρα της Ρουσίας τα μουγκρίσματα τσ' οργής. Εις το κίνημα του δείχνει πως τα μέλη ειν' δυνατά· και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει μια σπιθόβολη ματιά. Σε ξανοίγει από τα νέφη και το μάτι του Αετού, που φτερά και νύχια θρέφει με τα σπλάχνα του Ιταλού· και σ' εσέ καταγυρμένος, γιατί πάντα σε μισεί, έκρωζ' έκρωζ' ο σκασμένος, να σε βλάψει, αν ημπορεί. ΄Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι πάρεξ που θα πρωτοπάς· δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι στες βρισιές οπού αγρικάς· σαν το βράχο οπού αφήνει κάθε ακάθαρτο νερό εις τα πόδια του να χύνει ευκολόσβηστον αφρό· οπού αφήνει ανεμοζάλη και χαλάζι και βροχή να του δέρνουν τη μεγάλη, την αιώνιαν κορυφή. Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του, οποιανού θέλει βρεθεί στο μαχαίρι σου αποκάτου και σ' εκείνο αντισταθεί. Το θηρίο π' ανανογιέται πως του λείπουν τα μικρά, περιορίζεται, πετιέται, αίμα ανθρώπινο διψά· τρέχει, τρέχει όλα τα δάση, τα λαγκάδια, τα βουνά, κι όπου φθάσει, όπου περάσει, φρίκη, θάνατος, ερμιά· Ερμιά, θάνατος και φρίκη όπου επέρασες κι εσύ· ξίφος έξω από τη θήκη πλέον ανδρείαν σου προξενεί. Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει της αθλίας Τριπολιτσάς· τώρα τρόμου αστροπελέκι να της ρίψεις πιθυμάς. Μεγαλόψυχο το μάτι δείχνει πάντα οπώς νικεί, κι ας ειν' άρματα γεμάτη και πολέμιαν χλαλοή.


 Σου προβαίνουνε και τρίζουν για να ιδείς πως ειν' πολλά· δεν ακούς που φοβερίζουν άνδρες μύριοι και παιδιά; Λίγα μάτια, λίγα στόματα θα σας μείνουνε ανοιχτά. για να κλαύσετε τα σώματα που θε νά 'βρει η συμφορά! Κατεβαίνουνε, και ανάφτει του πολέμου αναλαμπή· το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, λάμπει, κόφτει το σπαθί. Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη; Λίγα τα αίματα γιατί; Τον εχθρό θωρώ να φύγει και στο κάστρο ν' ανεβεί. Μέτρα! Ειν' άπειροι οι φευγάτοι, οπού φεύγοντας δειλιούν· τα λαβώματα στην πλάτη δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν. Εκεί μέσα ακαρτερείτε την αφεύγατη φθορά· να, σας φθάνει· αποκριθείτε στης νυκτός τη σκοτεινιά! Αποκρίνονται και η μάχη έτσι αρχίζει, οπού μακριά από ράχη εκεί σε ράχη αντιβούιζε φοβερά. Ακούω κούφια τα τουφέκια, ακούω σμίξιμο σπαθιών, ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, ακούω τρίξιμο δοντιών. Α, τι νύκτα ήταν εκείνη που την τρέμει ο λογισμός! ΄Αλλος ύπνος δεν εγίνει πάρεξ θάνατου πικρός. Της σκηνής η ώρα, ο τόπος, οι κραυγές, η ταραχή, ο σκληρόψυχος ο τρόπος του πολέμου, και οι καπνοί, και οι βροντές και το σκοτάδι οπού αντίσκοφτε η φωτιά, επαράσταιναν τον ΄Αδη που ακαρτέρειε τα σκυλιά· Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνον' ίσκιοι αναρίθμητοι, γυμνοί, κόρες, γέροντες, νεανίσκοι, βρέφη ακόμη εις το βυζί. 'Ολη μαύρη μυρμηγκιάζει, μαύρη η εντάφια συντροφιά, σαν το ρούχο οπού σκεπάζει τα κρεβάτια τα στερνά. Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι επετιούντο από τη γη, όσοι ειν' άδικα σφαγμένοι από τούρκικην οργή. Τόσα πέφτουνε τα θερισμένα αστάχια εις τους αγρούς· σχεδόν όλα εκειά τα μέρη εσκεπάζοντο απ' αυτούς. Θαμποφέγγει κανέν' άστρο και αναδεύοντο μαζί, ανεβαίνοντας το κάστρο με νεκρώσιμη σιωπή. 'Ετσι χάμου εις την πεδιάδα μες στο δάσος το πυκνό, όταν στέλνει μίαν αχνάδα μισοφέγγαρο χλωμό, Eάν οι άνεμοι μες στ' άδεια τα κλαδιά μουγκοφυσούν, σειούνται, σειούνται τα μαυράδια, οπού οι κλώνοι αντικτυπούν. Με τα μάτια τους γυρεύουν όπου είν' αίματα πηχτά, και μες στα αίματα χορεύουν με βρυχίσματα βραχνά· και χορεύοντας μανίζουν εις τους ΄Ελληνες κοντά, και τα στήθια τους εγγίζουν με τα χέρια τα ψυχρά. Εκειό το έγγισμα πηγαίνει βαθειά μες στα σωθικά, όθεν όλη η λύπη βγαίνει και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά. Τότε αυξαίνει του πολέμου ο χορός τρομακτικά, σαν το σκόρπισμα του ανέμου στου πελάου τη μοναξιά. Κτυπούν όλοι απάνου κάτου· κάθε κτύπημα που εβγεί είναι κτύπημα θανάτου χώρις να δευτερωθεί. Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει·λες κι εκείθενε η ψυχή απ' το μίσος που την καίει πολεμάει να πεταχθεί. Της καρδίας κτυπίες βροντάνε μες στα στήθια τους αργά, και τα χέρια όπου χουμάνε περισσότερο ειν' γοργά. Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι, ουδέ πέλαγο, ουδέ γη· γι' αυτούς όλους το παν είναι μαζωμένο αντάμα εκεί. Τόση η μάνητα κι η ζάλη, που στοχάζεσαι μη πως από μία μεριά και απ' άλλη δεν είν΄ ένας ζωντανός. Κοίτα χέρια απελπισμένα πώς θερίζουνε ζωές! Χάμου πέφτουνε κομμένα χέρια, πόδια, κεφαλές, και παλάσκες και σπαθία με ολοσκόρπιστα μυαλά, και με ολόσχιστα κρανία, σωθικά λαχταριστά. Προσοχή καμία δεν κάνει κανείς, όχι, εις τη σφαγή· πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει, φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί; Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο, πάρεξ όταν ξαπλωθεί; Δεν αισθάνονται τον κόπο και λες κι είναι εις την αρχή. Ολιγόστευαν οι σκύλοι, και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά», και των Χριστιανών τα χείλη «φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά». Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο, πάντα εφώναζαν «φωτιά», και οι μιαροί κατασκορπιούντο, πάντα σκούζοντας «Αλλά». Παντού φόβος και τρομάρα και φωνές και στεναγμοί· παντού κλάψα, παντού αντάρα, και παντού ξεψυχισμοί. Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί. 'Ολοι χάμου εκείτοντ' όλοι εις την τέταρτην αυγή. Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη και κυλάει στη λαγκαδιά, και το αθώο χόρτο πίνει αίμα αντίς για τη δροσιά. Της αυγής δροσάτο αέρι, δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο στων ψευδόπιστων το αστέρι· φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ! Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι· δεν λάμπ' ήλιος μοναχά εις τους πλάτανους, δεν λάμπει εις τ' αμπέλια, εις τα νερά. Εις τον ήσυχον αιθέρα τώρα αθώα δεν αντηχεί τα λαλήματα η φλογέρα, τα βελάσματα το αρνί. Τρέχουν άρματα χιλιάδες σαν το κύμα εις το γιαλό, αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες δεν ψηφούν τον αριθμό. Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε και ξανάλθετε σε μας· τα παιδιά σας θελ' ιδείτε πόσο μοιάζουνε με σας. 'Ολοι εκείνοι τα φοβούνται και με πάτημα τυφλό εις την Κόρινθο αποκλειούνται κι όλοι χάνουνται απ' εδώ. Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου πείνα και θανατικό, που με σχήμα ενός σκελέθρου περπατούν αντάμα οι δυο· και πεσμένα εις τα χορτάρια απεθαίνανε παντού τα θλιμμένα απομεινάρια της φυγής και του χαμού. Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία, που ότι θέλεις ημπορείς. εις τον κάμπο, Ελευθερία, ματωμένη περπατείς. Στη σκια χεροπιασμένες, στη σκια βλέπω κι εγώ κρινοδάχτυλες παρθένες οπού κάνουνε χορό. Στο χορό γλυκογυρίζουν ωραία μάτια ερωτικά, και εις την αύρα κυματίζουν μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά. Η ψυχή μου αναγαλλιάζει πως ο κόρφος καθεμιάς γλυκοβύζαστο ετοιμάζει γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς. Μες στα χόρτα, τα λουλούδια, το ποτήρι δεν βαστώ· φιλελεύθερα τραγούδια σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ. Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Πήγες εις το Μεσολόγγι την ημέρα του Χριστού, μέρα που άνθισαν οι λόγγοι για το τέκνο του Θεού. Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας η Θρησκεία μ' ένα σταυρό, και το δάκτυλο κινώντας οπού ανεί τον ουρανό, «σ' αυτό», εφώναξε, «το χώμα στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!». Και φιλώντας σου το στόμα μπαίνει μες στην εκκλησιά. Εις την τράπεζα σιμώνει, και το σύγνεφο το αχνό γύρω γύρω της πυκνώνει που σκορπάει το θυμιατό. Αγρικάει την ψαλμωδία οπού εδίδαξεν αυτή· βλέπει τη φωταγωγία στους Αγίους εμπρός χυτή. Ποιοι είν' αυτοί που πλησιάζουν με πολλή ποδοβολή, κι άρματ', άρματα ταράζουν; Επετάχτηκες εσύ! Α, το φως που σε στολίζει, σαν ηλίου φεγγοβολή, και μακρίθεν σπινθηρίζει, δεν είναι, όχι, από τη γη. Λάμψιν έχει όλη φλογώδη χείλος, μέτωπο, οφθαλμός· φως το χέρι, φως το πόδι, κι όλα γύρω σου είναι φως. Το σπαθί σου αντισηκώνεις, τρία πατήματα πατάς, σαν τον πύργο μεγαλώνεις, κι εις το τέταρτο κτυπάς. Με φωνή που καταπείθει προχωρώντας ομιλείς: «Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη, ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής. Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε: "Εγώ ειμ' 'Αλφα, Ωμέγα εγώ· πέστε, που θ' αποκρυφθείτε εσείς όλοι, αν οργισθώ; Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω, που, μ' αυτήν αν συγκριθεί κείνη η κάτω οπού σας έχω, σαν δροσιά θέλει βρεθεί. Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα, τόπους άμετρα υψηλούς, χώρες, όρη από τη ρίζα, ζώα και δέντρα και θνητούς. Και το παν το κατακαίει, και δεν σώζεται πνοή, πάρεξ του άνεμου που πνέει μες στη στάχτη τη λεπτή"». Κάποιος ήθελε ερωτήσει: Του θυμού Του εισ' αδελφή; Ποιος είν' άξιος να νικήσει ή με σε να μετρηθεί; Η γη αισθάνεται την τόση του χεριού σου ανδραγαθιά, που όλην θέλει θανατώσει τη μισόχριστη σπορά. Την αισθάνονται και αφρίζουν τα νερά, και τ' αγρικώ δυνατά να μουρμουρίζουν σαν ρυάζετο θηριό. Κακορίζικοι, πού πάτε του Αχελώου μες στη ροή και πιδέξια πολεμάτε από την καταδρομή να αποφύγετε; Το κύμα έγινε όλο φουσκωτό· εκεί ευρήκατε το μνήμα πριν να ευρείτε αφανισμό. Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει κάθε λάρυγγας εχθρού, και το ρεύμα γαργαρίζει τες βλασφήμιες του θυμού. Σφαλερά τετραποδίζουν πλήθος άλογα, και ορθά τρομασμένα χλιμιντρίζουν και πατούν εις τα κορμιά. Ποίος στο σύντροφον απλώνει χέρι, ωσάν να βοηθηθεί· ποίος τη σάρκα του δαγκώνει όσο που να νεκρωθεί. Κεφαλές απελπισμένες, με τα μάτια πεταχτά, κατά τ' άστρα σηκωμένες για την ύστερη φορά. Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη του Αχελώου νεροσυρμή- το χλιμίντρισμα και οι κρότοι και του ανθρώπου οι γογγυσμοί. Έτσι ν' άκουα να βουίξει τον βαθύν Ωκεανό, και στο κύμα του να πνίξει κάθε σπέρμα αγαρηνό! Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία μες στους λόφους τους επτά, όλα τ' άψυχα κορμία, βραχοσύντριφτα, γυμνά, σωριασμένα να τα σπρώξει η κατάρα του Θεού, κι απ' εκεί να τα μαζώξει ο αδελφός του Φεγγαριού. Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει, κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει μεταξύ τους και ας μετρά. Ένα λείψανο ανεβαίνει τεντωτό, πιστομητό, κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει και δεν φαίνεται, και πλιο και χειρότερα αγριεύει και φουσκώνει ο ποταμός· πάντα, πάντα περισσεύει· πολύ φλοίσβισμα και αφρός. Α, γιατί δεν έχω τώρα τη φωνή του Μωυσή; Μεγαλόφωνα την ώρα οπού εσβιούντο οι μισητοί, το Θεόν ευχαριστούσε στου πελάου τη λύσσα εμπρός, και τα λόγια ηχολογούσε αναρίθμητος λαός. Ακλουθάει την αρμονία η αδελφή του Ααρών, η προφήτισσα Μαρία, μ' ένα τύμπανο τερπνόν και πηδούν όλες οι κόρες με τσ' αγκάλες ανοικτές, τραγουδώντας, ανθοφόρες, με τα τύμπανα κι εκειές. Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή, σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη. Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο, δεν νικιέσαι εσύ ποτέ· όμως, όχι, δεν είν' ξένο και το πέλαγο για σε. Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει κύματ' άπειρα εις τη γη, με τα οποία την περιζώνει, κι είναι εικόνα σου λαμπρή. Με βρυχίσματα σαλεύει που τρομάζει η ακοή· κάθε ξύλο κινδυνεύει και λιμνιώνα αναζητεί. Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη και το λάμψιμο του ηλιού, και τα χρώματα αναδίνειτου γλαυκότατου ουρανού. Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο, στην ξηράν εσύ ποτέ· όμως όχι δεν είν' ξένο και το πέλαγο για σέ. Περνούν άπειρα τα ξάρτια, και σαν λόγγος στριμωχτά τα τρεχούμενα κατάρτια, τα ολοφούσκωτα πανιά. Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις, και αγκαλά δεν είν' πολλές, πολεμώντας, άλλα διώχνεις, άλλα παίρνεις, άλλα καις. Μ' επιθυμία να τηράζεις δύο μεγάλα σε θωρώ, και θανάσιμον τινάζεις εναντίον τους κεραυνό. Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει, και σηκώνει μια βροντή, και το πέλαο χρωματίζει με αιματόχροη βαφή. Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι και δεν μνέσκει ένα κορμί· χαίρου, σκιά του Πατριάρχη, που σε πέταξαν εκεί. Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή, και τους έτρεμαν τα χείλη δίνοντάς τα εις το φιλί. Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε τώρα πλέον δεν τες πατεί, και το χέρι οπού εφιλήστε πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί. 'Ολοι κλαψτε· αποθαμένος ο αρχηγός της Εκκλησιάς· κλάψτε, κλάψτε· κρεμασμένος ωσάν να 'τανε φονιάς! 'Εχει ολάνοικτο το στόμα π' ώρες πρώτα είχε γευθεί τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα·λες πως θε να ξαναβγεί η κατάρα που είχε αφήσει, λίγο πριν να αδικηθεί, εις οποίον δεν πολεμήσει κι ημπορει να πολεμει Την ακούω, βροντάει, δεν παύει εις το πέλαγο, εις τη γη, και μουγκρίζοντας ανάβει την αιώνιαν αστραπή. Η καρδιά συχνοσπαράζει. Πλην τι βλέπω; Σοβαρά να σωπάσω με προστάζει με το δάκτυλο η θεά. Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη τρεις φορές μ' ανησυχιά· προσηλώνεται κατόπι στην Ελλάδα, και αρχινά: «Παλληκάρια μου, οι πολέμοι για σας όλοι είναι χαρά, και το γόνα σας δεν τρέμει στους κινδύνους εμπροστά. Απ' εσάς απομακραίνει κάθε δύναμη εχθρική, αλλά ανίκητη μια μένει που τες δάφνες σας μαδεί. Μία, που όταν ωσάν λύκοι ξαναρχόστενε ζεστοί, κουρασμένοι από τη νίκη, αχ, το νου σάς τυραννεί. Η Διχόνοια που βαστάει ένα σκήπτρο η δολερή καθενός χαμογελάει, "πάρ' το", λέγοντας, "και συ". Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει έχει αλήθεια ωραία θωριά· μην το πιάστε, γιατί ρίχνει εισέ δάκρυα θλιβερά. Από στόμα οπού φθονάει, παλληκάρια, ας μην πωθεί, πως το χέρι σας κτυπάει του αδελφού την κεφαλή. Μην ειπούν στο στοχασμό τους τα ξένη έθνη αληθινά: "Εάν μισούνται ανάμεσό τους δεν τους πρέπει ελευθεριά". Τέτοια αφήστενε φροντίδα· όλο το αίμα οπού χυθεί για θρησκεία και για πατρίδα όμοιαν έχει την τιμή. Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε για πατρίδα, για θρησκειά, σας ορκίζω, αγκαλισθείτε σαν αδέλφια γκαρδιακά. Πόσο λείπει, στοχασθείτε, πόσο ακόμη να παρθεί· πάντα η νίκη, αν ενωθείτε, πάντα εσάς θ' ακολουθεί. Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία καταστήστε ένα Σταυρό και φωνάξετε με μία: «Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!» Το σημείον που προσκυνάτε είναι τούτο, και γι' αυτό ματωμένους μας κοιτάτε στον αγώνα το σκληρό. Ακατάπαυστα το βρίζουν τα σκυλιά και το πατούν και τα τέκνα του αφανίζουν και την πίστη αναγελούν. Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη αίμα αθώο χριστιανικό, που φωνάζει από τα βάθη της νυκτός: Να εκδικηθώ. Δεν ακούτε, εσείς εικόνες του Θεού, τέτοια φωνή; Τώρα επέρασαν αιώνες και δεν έπαυσε στιγμή. Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος σαν του Άβελ καταβοά· δεν ειν' φύσημα του αέρος που σφυρίζει εις τα μαλλιά. Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε να αποκτήσομεν εμείς λευθεριάν, ή θα την λύστε εξ αιτίας πολιτικής; Τούτο ανίσως μελετάτε ιδού εμπρός σας τον Σταυρό: Βασιλείς, ελάτε, ελάτε, και κτυπήσετε κι εδώ!"». "Διονύσιος Σολωμός" 

ΑΠʼ ΤΑ ΚΟΚΚΑΛΑ 
ΒΓΑΛΜΕΝΗ 
ΤΟΥ ΙΕΖΕΚΙΗΛ 
ΤΑ ΙΕΡΑ
Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΠʼ ΤΑ ΚΟΚΚΑΛΑ ΒΓΑΛΜΕΝΗ ΤΟΥ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΤΑ ΙΕΡΑ

Ρίγη συγκίνησης προκαλεί σε πολλούς ρωμιούς το άκουσμα τού εθνικού ύμνου, των δύο πρώτων από τις 158 στροφές τού ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» -που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός και μελοποίησε ο Νικόλαος Μάντζαρος- γνωρίζοντας αυτά που έμαθαν στο σχολείο, ότι δηλαδή αναφέρεται στην ελευθερία, η οποία είναι βγαλμένη από τα ιερά κόκκαλα των ελλήνων, μη έχοντας ιδέα σε τι αναφέρονται οι υπόλοιπες 156 στροφές.
     Ο Σολωμός, για το έργο του αυτό αποκλήθηκε εθνικός ποιητής τιμώμενος τα μέγιστα ως ένας από τούς μεγαλύτερους ποιητές, ενώ ολόκληρος ο ύμνος τουπροβλήθηκε ως αριστούργημα από το κατεστημένο, αποτέλεσε την αιχμή τού δόρατος των εθνοποιητικών μηχανισμών τής Ρωμιοσύνης και τον πυρήνα τού νεορωμέικου εθνικισμού.
     Μελετώντας το ποίημα αυτό σε ολόκληρη την έκτασή του όμως, διαπιστώνουμε, ότι πρόκειται για ένα μακάβριο κείμενο πρωτοφανούς αγριότητας, εθνικιστικού και θρησκευτικού μίσους, γεμάτο αίμα, φρίκη, θάνατο και αποτροπιασμό, στο οποίο δοξολογείται η σφαγή αμάχων κι εξυμνούνται οι σφαγιαστές, ενώ τα θύματα απαξιώνονται.
     Την έμπνευσή του δε ο Σολωμός, δεν την αντλεί από τούς αγώνες των αρχαίων ελλήνων, όπως εσφαλμένα θεωρούν οι περισσότεροι, αλλά από άλλους προγενέστερούς του ποιητές, τούς οποίους συχνά αντιγράφει και κυρίως από την ορθόδοξη υμνογραφία κι από λειτουργικά και βιβλικά κείμενα. Τα κόκκαλα τής δεύτερης στροφής τού ύμνου του για παράδειγμα, δεν είναι «των ελλήνων τα ιερά», αλλά τα κόκκαλα, που είδε στην έρημο και συνομίλησε μαζί τους ο προφήτης Ιεζεκιήλ και συναρμολόγησε ο Γιαχβέ, σύμφωνα με τη βιβλική παραμυθολογία («Ιεζεκιήλ», λζ΄ 1-14).

    Όχι «με βία», αλλά «με βιά μετράει τη γή» (βιασύνη), δήλωνε μαινόμενος τις προάλλες στη Βουλή ο αρχηγός τού βυζαντινορθόδοξου κόμματος επιχειρώντας να «εξαγιάσει» για μια ακόμη φορά τον εθνικό ύμνο τής Ρωμιοσύνης διαστρεβλώνοντας την αλήθεια κι αποκρύπτοντας ενοχλητικά για το νεοελληνικό εθνικισμό στοιχεία του. Δυστυχώς γι΄ αυτόν όμως, αλλά και για όλη τη σύγχρονη εθνικιστική προπαγάνδα, ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» είναι ένα ποίημα, που εκθειάζει τη βία, τον εθνικισμό, τις εθνοκαθάρσεις, τον ταλιμπανισμό...

«Αλήθεια» Βηλαρά ―› «Ελευθερία» Σολωμού
     Η Ελευθερία κατ΄ αρχήν, για την οποία μιλάει σε ολόκληρο το ποίημα ο Σολωμός, δεν είναι δική του ιδέα. Ο Σολωμός, όπως εξετάσαμε σε παλαιότερο άρθρο τής «Ελεύθερης Έρευνας» (βλ. Άτεχνος λογοκλόπος. Τα ποιήματα τού Διον. Σολωμού υπό το φως τής κριτικής), το ποίημά του αυτό, όπως και πολλά άλλα, δεν τα είχε ούτε ο ίδιος σε υπόληψη. Σε πολλά ποιήματά του έχει αντιγράψει προγενέστερες ιδέες των προσολωμικών -αποκαλούμενων- ποιητών, τής κρητικής λογοτεχνίας, τού δημοτικού τραγουδιού, ποιημάτων τής ιταλικής λογοτεχνίας και τής γερμανικής ρομαντικής ποίησης. Ειδικά την έννοια τής Ελευθερίας, τής μοναχής, τής βασανισμένης, τής εξωρισμένης και ασφαλισμένης σε ανήλιο τόπο την έχει πάρει από την Αλήθεια τού ποιήματος «Μύθοι» τού Ιωάννη Βηλαρά (1771-1823): 

     Η μαύρη Αλήθεια, από καιρούς και χρόνια εξωρισμένη,
     από τον κόσμο μισητή κι όξω απ΄ αυτόν κρυμμένη,
     σ΄ ανήλιο τόπο ανάμερο και σε πυκνό σκοτάδι,
     είχε αποκάμει κατοικία μες σε βαθύ πηγάδι.
     Μήτ΄ από κείθε εκόταγε να βγή σε ημέρας φέξι
     με δίχως κίντυνο άφευχτο, χωρίς βαρειά να φταίξη.
    
     Κει μέσα πάντα μοναχή, στον πάτο σφαλισμένη,
     από τον φόβον άκοπα σκληρά βασανισμένη·
     αν επιτύχαινε καιρό τη νύχτα να ημπορέση
     σε φίλου ή γνώριμου παλιού το σπίτι να χωρέση
     τη συντροφιά του εχαίρονταν, στιγμές, με τρόμου ζάλη,
     και κλειόνταν γλήγορα άφαντη μες στην κρυψώνα πάλι.
     (Ιωάννη Βηλαρά: «Μύθοι», Πρόλογος.)

  






Η ιδέα τής «Ελευθερίας» τού «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» τού Διονυσίου Σολωμού είναι κλεμμένη  από την «Αλήθεια» των «Μύθων» τού προσολωμικού ποιητή, Ιωάννη Βηλαρά.
 
Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κ΄ ένα στόμα ακαρτερούσες,
έλα πάλι, να σου πή.
Άργειε νάλθη εκείνη η μέρα,
και ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τάσκιαζε η φοβέρα,
και τα πλάκωνε η σκλαβιά. 

Κ΄ έλεες πότε ά! πότε βγάνω
το κεφάλι από τ΄ς ερμιές;
και αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές!
   
Με τα ρούχα αιματωμένα,

ξέρω ότι έβγαινες κρυφά,
να γυρεύης εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά. 

Μοναχή το δρόμο επήρες,

εξανάλθες μοναχή·
δεν είν΄ εύκολες οι θύρες,
εάν η χρεία τες κουρταλή.

Άλλος σού έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ΄ ανάσασι καμμιά·
άλλος σού έταξε βοήθεια,
και σε γέλασε φρικτά!
(Διον. Σολωμού, «Ύμνος εις την Ελευθερίαν»,
στρ. 3, 4, 7, 9, 10, 11).

     
     Η Ελευθερία, μια απαίσια και στρεβλωμένη Ελευθερία, παριστάνεται στον ύμνο σα μανιασμένο θηρίο, που για «αίμα ανθρώπινο διψά» (στρ. 32) και συγκεκριμένα για το άιμα των «ψευδόπιστων» μουσουλμάνων (στρ. 73), ρίχνει «τρόμου αστροπελέκια» (στρ. 35), απ΄ όπου περνάει αφήνει «ερμιά, θάνατο και φρίκη» (στρ. 34) κι  απαιτεί την σφαγή των «μιαρών σκύλων» (στρ. 68-69), των αμάχων δηλαδή γυναικόπαιδων τής Τριπολιτσάς. Στην αποθέωση τής εθνικοθρησκευτικής του υστερίας ο Σολωμός ανασταίνει νεκρούς ρωμιούς, που βγαίνουν από τούς τάφους τους σα ζόμπι ζητώντας εκδίκηση (στρ. 50).
  
Οι 300 κλεμμένοι και ο... Πίνδαρος
    Στους στίχους τού «Ύμνου» τού δασκάλου τού Διονυσίου Σολωμού, Αντώνιου Μαρτελάου (1754-1819), που ξεκινούν από την αρχαία δόξα, βρήκε ο Σολωμός τις εικόνες, για να συνδέσει τούς σύγχρονους αγώνες με τούς άθλους τής αρχαιότητας και να εμψυχώσει τούς ρωμιούς με τις δήθεν αρχαίες μνήμες, προκειμένου να κάνουν κι αυτοί ιστορικές νίκες:

     Σηκωθείτε για να ιδήτε
     πόσοι θαν΄ οι Λεωνίδες.
     Σηκωθήτε, να χαρήτε
     πώς η Ελλάς θα ξαναζή.
     Σηκωθήτε! Και να ιδήτε
     πώς ανδρείως πολεμούμε,
     πώς εχθρούς καταπατούμε,
     πόσο μοιάζουμε με σας.
     (Αντ. Μαρτελάου, «Ύμνος» και «Θούριος».)

      Βοναπάρτην και Γεντίλλην
     θέλει αποθανατίσουν
     όταν θέλη κελαδήσουν
     με πινδαρικές φωνές.
     (Αντ. Μαρτελάου, «Ύμνος».)

      Ω τριακόσιοι! σηκωθήτε
     και ξανάλθετε σ΄ εμάς
     τα παιδιά σας θελ΄ ιδήτε
     πόσο μοιάζουνε μ΄ εσάς.
     Μεσ΄ τα χόρτα, στα λουλούδια
     το ποτήρι δεν βαστώ·
     φιλελεύθερα τραγούδια
     σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.
     (Δ. Σολωμού, «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», στρ. 78, 86).
     
    Οι «δανεισμένοι» παραπάνω στίχοι τού «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» είναι και οι μόνοι, στους οποίους γίνεται μνεία σε κάτι αρχαιοελληνικό. Σε όλο το άλλο ποίημα οι αναφορές είναι μόνο βιβλικές.
  
     Οι βιαιότητες κατά την άλωση τής Τριπολιτσάς: Μιά μελανή στιγμή τής νεοελληνικής Ιστορίας. Επί τρεις ημέρες λεηλατούσαν, έκαιγαν, βασάνιζαν, σκότωναν, βίαζαν... Τα θύματα υπολογίζονται σε περίπου 30.000, οι περισσότεροι τούρκοι, αλλά και εβραίοι. Σύμφωνα με το Διονύσιο Σολωμό, το αίμα κυλούσε σαν ποτάμι στη λαγκαδιά και πότιζε το αθώο χόρτο. Το χόρτο ήταν το αθώο, όχι το αίμα των σφαζομένων χιλιάδων γυναικόπαιδων· αυτοί ήταν οι «σκύλοι, που ολιγόστευαν». (Δ. Σολωμού: «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», στ. 68-72). Αυτό το ποίημα δεν θα έπρεπε να ονομάζεται ύμνος στην ελευθερία, αλλά μάλλον ύμνος σε δολοφόνους αμάχων. Σε αυτές τις στροφές δεν υμνούνται απλά οι δολοφόνοι, αλλά καθαγιάζεται έντεχνα η ίδια η δολοφονία των αμάχων. Τέτοιες περιγραφές αποτελούν μελανό στίγμα τόσο για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, όσο και για το κράτος, που δομήθηκε με φαντασιώσεις μίσους και φρίκης και με τις πλέον σκληροπυρηνικές εθνικιστικές, θρησκευτικές και ρατσιστικές δοξασίες.
-----

Οι ψευδόπιστοι σκύλοι
     Από τα νεανικά κιόλας ποιήματα τού Σολωμού, όπως είναι ο «Ύµνος εις την Ελευθερίαν», µπορεί κάποιος να συλλέξει άφθονο θεολογικό υλικό, καθώς µέσα από τούς στίχους του δεν κρύβει, πως είναι ένας βαθιά θρησκευόµενος άνθρωπος:
     Τής αυγής δροσάτο αέρι,
     δε φυσάς τώρα εσύ πλιό,
     τών ψευδόπιστων το αστέρι,
     φύσα, φύσα εις το Σταυρό (στρ.73).

     Μέσα σε τέσσερις στίχους ο Σολωμός θέτει τη θρησκεία οδηγό και σηµαιοφόρο τού αγώνα και το σταυρό υπερασπιστή του χριστιανισμού έναντι τού μουσουλμανισμού. Ο καιρός τής τελικής νίκης των χριστιανών κατά των μουσουλμάνων είχε φτάσει:

       Ολιγόστευαν οι σκύλοι, 
       και «Αλλά» εφώναζαν, «Αλλά» 
       και των χριστιανών τα χείλη 
       «φωτιά» εφώναζαν, «φωτιά».
        Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο, 
        πάντα εφώναζαν «φωτιά», 
        και οι μιαροί κατασκορπιούντο, 
        πάντα σκούζοντας «Αλλά» (στρ. 68, 69).
  
     Τα απάνθρωπα εγκλήματα, που περιγράφονται στον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν», δεν γίνονται μόνο για την ελευθερία τής πατρίδας, αλλά κυρίως για τη θρησκεία (στρ. 148, 149 κ.ά), το σταυρό (στρ. 73, 151 κ.ά), τη χριστιανική πίστη (στρ. 153 κ.ά), το θεό (που ρίχνει κατάρες, στρ. 114), τον Ιησού (που απειλεί να οργισθεί, στρ. 98). Ο Σολωμός δεν μιλάει μόνο για τη νίκη τού έθνους, αλλά κυρίως για το θρίαμβο τής θρησκείας τού χριστιανισμού έναντι των «άπιστων» (στρ. 97), των «σκύλων» (στρ. 47 και 68), των «μιαρών» (στρ. 69), τής «μισόχριστης σποράς» (στρ. 103).
  
Ύμνος εις την Ορθοδοξίαν
    Σύμβολο και αρωγός τού αγώνα τοποθετείται ο σταυρός, η πίστη και η θρησκεία ως θεματοφύλακες τής ελευθερίας. Σκοπός ήταν η υποστολή τού οθωμανικού άστρου:

     Τής φυγής δροσάτο αέρι
     δεν φυσάς τώρα εσύ πλιό
     στων ψευδόπιστων το αστέρι
     φύσα, φύσα εις το σταυρό.
     Το σημείο που προσκυνάτε
     είναι τούτο, και γι΄ αυτό
     ματωμένους μάς κοιτάτε
     στον αγώνα τον σκληρό (στρ. 73, 152).
     
     Σε άλλες στροφές ο ταλιμπανισμός γίνεται ακόμα εντονότερος:ασ ασ ασ ασ ασ ασ ασ ασ ασ ασ ασ
     Πήγες εις το Μεσολλόγγι
     την ηµέρα τού Χριστού
     µέρα που άνθισαν οι λόγγοι
     για το τέκνο τού Θεού.
     Σούλθε εμπρὸς λαμποκοπώντας 

     η Θρησκεία μ΄ ένα σταυρό 

     και το δάκτυλο κινώντας 

     όπου ανεί τον ουρανό.  (στρ. 88, 89).

      Στίχοι γεμάτοι κατάνυξη:
 
     Εις την τράπεζα σιμώνει, 
     και το σύγνεφο το αχνὸ 
     γύρω γύρω της πυκνώνει 
     που σκορπάει το θυμιατό.

     Αγρικάει την ψαλμῳδία 
     οπού εδίδαξεν αυτή· 
     βλέπει τη φωταγωγία 
     στούς αγίους εμπρὸς χυτή (στρ. 91, 92).
     
     Σε παρόµοιο ύφος είναι και οι επόµενες στροφές. Μία από αυτές (στρ. 98) µάς θυµίζει έντονα την ρήση από το πρώτο κεφάλαιο τής Αποκάλυψης: «Εγώ ειµί το Α και το Ω,  λέγει Κύριος ο Θεός» (1,8):
           

Αυτός λέγει… Αφουγκρασθήτε·
Εγώ είμ΄ Άλφα, Ωµέγα εγώ.
Πέστε, πού θ΄ αποκρυφθήτε,
όλοι εσείς, αν οργισθώ;  

Κι αμέσως μετά (99):
     
Φλόγα ακοίμητην σάς βρέχω,
που, μ΄ αυτήν άν συγκριθή
κείνη η κάτω οπού σάς έχω,
σαν δροσιά θέλει βρεθή.
  Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» θα μπορούσε κάλλιστα να ονομαστεί: «Ύμνος εις την Ορθοδοξίαν».
     
     Η φωτιά αυτή, που απειλεί να μάς ρίξει ο οργισμένος Γιαχβέ στις παραπάνω στροφές τού εθνικού ύμνου, έχει συγγένεια με τη φωτιά στούς Θρήνους τού Ιερεμία, καθώς και μ΄ εκείνη, που έπεσε στα Σόδομα και Γόμορα.

Το άρθρο λόγω έκτασης έχει αναρτηθεί σε δύο μέρη.
Τέλος Α΄ μέρους.
Διονύσιος Σολωμός: Ένας νέος Μωυσής
   
   Ο  «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» δεν έχει εμπνευστεί από αγώνες των ελλήνων, αλλά από βιβλικά «κατορθώματα» των εβραίων, στούς οποίους συχνά παραπέμπει και δοξολογεί, όπως το Μωυσή, τη Μαριάμ, την αδελφή τού Ααρών, τον Άβελ κ.ά.. Ας δούμε μερικά παραδείγματα:
     Τον πνιγμό των τούρκων στον Αχελώο μετά την ήττα τους στο Μεσσολόγγι (στρ. 104-117) τον έχει εμπνευστεί ο Σολωμός από τον πνιγμό των αιγυπτίων κατά τη διάβαση από τούς εβραίους τής Ερυθράς Θάλασσας:
       Ν΄ αποφύγετε! το κύμα 
       έγινε όλο φουσκωτό·
       εκεί ευρήκατε το μνήμα 
       πριν να ευρήτε αφανισμό.
       Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει 
       κάθε λάρυγγας εχθρού, 
       και το ρεύμα γαργαρίζει 
       τες βλασφήμιες τού θυμού.
       Σφαλερά τετραποδίζουν 
       πλήθος άλογα, και ορθά 
       τρομασμένα χλιμιτρίζουν 
       και πατούν εις τα κορμιά.
     Ακολουθούν στροφές µε αναφορές σε βιβλικά πρόσωπα, όπως ο Μωυσής:
       Α! γιατί δεν έχω τώρα 
       τη φωνή τού Μωυσή; 
       Μεγαλόφωνα, την ώρα 
       όπου εσβηούντο οι μισητοί (στρ. 118).

  
     Η επίκληση αυτή τού προσώπου τού Μωυσή είναι από την «Παλαιά Διαθήκη», όπου αναφέρεται: «Είπε δε Μωυσής προς τον λαόν· θαρσείτε, στήτε και οράτε την σωτηρίαν την παρά τού Κυρίου, ην ποιήσει ηµίν σήµερον· ον τρόπον γαρ εωράκατε τούς Αιγυπτίους σήµερον, ου προσθήσεσθε έτι ιδείν αυτούς εις τον αιώνα χρόνον». («Έξοδος», 14,13). Κατά παρόµοιο τρόπο και ο Σολωμός, σα νέος Μωυσής, προλέγει την καταστροφή των τούρκων κατακτητών, χάρη στη θεία επέµβαση, που θα σώσει τούς χριστιανούς.
     
     Η αναφορά σε βιβλικά πρόσωπα συνεχίζεται µε την παρουσία τής αδελφής τού Ααρών, προφήτιδας Μαριάµ, όπου:
       Ακλουθάει την αρμονία 
       η αδελφή τού Ααρών, 
       η προφήτισσα Μαρία, 
       μ΄ ένα τύμπανο τερπνόν (στρ. 120).
     Η εικόνα αυτή τής προφήτισσας Μαριάµ, που κρατά το τύµπανο και προαναγγέλει ευχάριστες µελωδίες είναι αυτούσια παρµένη από την «Παλαιά Διαθήκη», όπου διαβάζουµε: «Λαβούσα δε Μαριάµ, η προφήτις η αδελφή Ααρών το τύµπανον εν τη χειρί αυτής, και εξήλθοσαν πάσαι αι γυναίκες οπίσω αυτής µετά τυµπάνων και χορών». («Έξοδος», 15,20).
  
     Όταν οι άλλοι πολεμούσαν, αυτό που έκανε ο «εθνικός ποιητής» ήταν να κάθεται στην ασφάλεια τού πλούσιου σπιτιού του, να ακούει από μακρυά τα κανόνια και να... εμπνέεται να γράφει ποιήματα. Γιατί δεν πήρε κι αυτός ένα τουφέκι να πολεμήσει, αφού αγαπούσε τόσο πολύ την πατρίδα του; Το 1821 ήταν μόλις 23 ετών, αρτιμελής και υγιέστατος...

     Η αναφορά στα βιβλικά πρόσωπα κλείνει µε τον Άβελ, όταν ο Σολωμός µέσα από τούς στίχους του αναρωτιέται:
       Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος 
       σαν τού Άβελ καταβοά· 
       δεν είν΄ φύσημα τού αέρος 
       που σφυρίζει εις τα μαλλιά (στρ. 156).
     Η απορία του στρέφεται προς τούς ισχυρούς τής χριστιανικής Ευρώπης, οι οποίοι παραµένουν αδιάφοροι µπροστά στη θέα τού χριστιανικού αίµατος αθώων ρωμιών, όµοιου µε το αίµα τού βιβλικού Άβελ, δεν µπορεί παρά να µάς παραπέµψει σε καινοδιαθηκικά χωρία, όπως αυτό στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: «Όπως έλθη εφ΄ υµάς παν αίµα δίκαιον εκχυνόµενον επί τής γης από τού αίµατος Άβελ τού δικαίου» (23,35).

Τα κόκκαλα τού Ιεζεκιήλ
     Tα πρώτα παιδικά του χρόνια ο Διονύσιος τα πέρασε στη Ζάκυνθο έχοντας δασκάλους ιερείς, οι οποίοι ήταν εκείνοι, που τού εμφύσησαν τη βαθύτατη θεοσέβεια, που χαρακτηρίζει ολόκληρο το έργο του. Ειδικά ο Αντώνιος Μαρτελάος, ο οποίος έγραφε εκκλησιαστικούς, πατριωτικούς λόγους και ποιήματα, αποτέλεσε πρότυπο για το μικρό μαθητή, που τον εκτιμούσε και τον θαύμαζε απεριόριστα. Από ποίημα τού δασκάλου του, σχετικό με κάτι παλαιοδιαθηκικά κόκκαλα «δανείστηκε» ο Σολωμός την αρχή τού «Ύμνου εις την Ελευθερίαν».
     Όλα τα δεινά του Ισραήλ, ήταν αποτέλεσμα τής απείθειάς του έναντι τού Γιαχβέ. Ο Ιεζεκιήλ τότε, είδε ένα όραμα: Μια πεδιάδα γεμάτη από πεταμένα ξερά κόκκαλα. Ο θεός, αφού έδωσε εντολή στον προφήτη να μιλήσει στα κόκκαλα, άρχισε να τα συγκολλάει σε αρμονία και να ανασταίνει τούς νεκρούς. Το παραμύθι αυτό, ένα από τα πολλά τής Βίβλου, περιγράφεται στο κεφάλαιο «Ιεζεκιήλ» (λζ΄ 1-14) και συμβολίζει, το ότι, όπως ο θεός ανέστησε τα κόκκαλα, έτσι θα «αναστήσει» και το Ισραήλ.

   


Ο Αντώνιος Μαρτελάος, γιός ιερέα, δάσκαλος κι εκκλησιαστικός ρήτορας, υπήρξε ο εμπνευστής τού Σολωμού. Την πρώτη στροφή ποιήματός του, εμπνευσμένου από τον Ιεζεκιήλ, αντέγραψε και διασκεύασε ελαφρώς ο Διονύσιος Σολωμός. Η στροφή αυτή αποτελεί τη δεύτερη στροφή τού «Ύμνου εις την ελευθερίαν», τού εθνικού ύμνου τής νεοελλάδας.

   
     Τα κόκκαλα του Ιεζεκιήλ είναι αυτά, που ενέπνευσαν τον Αντώνιο Μαρτελάο, όταν έγραφε στην πρώτη στροφή τού «Ύμνου εις την περίφημον Γαλλίαν, τον αρχιστράτηγον Βοναπάρτην και τον στρατηγόν Γεντίλλην» (Γ.Θ. Ζώρα - Φ.Κ. Μπουμπουλίδου: «Επτανήσιοι προσολωμικοί ποιηταί», σελ. 39):
     Όθεν είσθε των Ελλήνων,
     παλαιά ανδρειωμένα
     κόκκαλα εσκορπισμένα,
     λάβετε τώρα πνοήν.
    Εκτός από τη στιχουργική τεχνική από εδώ ο Σολωμός εμπνεύστηκε τη δεύτερη στροφή τού Ύμνου του εις την Ελευθερία:
     Απ΄ τα κόκκαλα βγαλμένη
    των Ελλήνων τα ιερά.
     Δηλαδή, τα κόκκαλα, που ενέπνευσαν το Σολωμό, δεν ήταν «των Ελλήνων τα ιερά», αλλά τα κόκκαλα, που περιγράφει στο ποιήμα του ο Αντώνιος Μαρτελάος, αυτά, που είδε στο όραμά του ο εβραίος προφήτης, Ιεζεκιήλ.
  

   Σημαία με δύο σταυρούς (έναν στη σημαία κι έναν στο στην κορυφή τού κονταριού) σε δεσπόζουσα θέση, γιαταγάνι, αρχαίοι πολεμιστές και κάτω δεξιά κόκκαλα και νεκροκεφαλές. Όλη η σχιζοφρένεια τού ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος σε ένα σκίτσο, που αποτυπώνει όμως άριστα την ιδεολογία τόσο τού «Ύμνου εις την Ελευθερίαν», όσο και γενικότερα όλης τής σολωμικής ποίησης. (Σκίτσο Α. Φασιανού για εσώφυλλο έκδοσης τού «Ύμνου εις την Ελευθερίαν»).
     Η Ελευθερία, που είναι «απ΄ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά», απαίτησε τη σφαγή, των άμαχων γυναικόπαιδων τής Τριπολιτσάς. Το ότι το συγκεκριμένο ποίημα,  που υμνολογεί  τη σφαγή 30.000 ανθρώπων από μέρους των σφαγέων αποτέλεσε τον εθνικό ύμνο τού νέου κράτους, καταδεικνύει το πόσο θεμελιακή ήταν η εθνοκάθαρση των τούρκων και των εβραίων τής Πελοπονήσου, για τη δημιουργία του· «απελευθερώθηκε», αφού καθάρισε από τα «άγια χώματά» του τα «μιαρά σκυλιά».
     Στο ιδεολόγημα αυτού τού εθνικοθρησκευτικού μίσους, που μόλις είχε γεννηθεί, στηρίχτηκε το σχιζοφρενές ιδεολόγημα τού ελληνοχριστιανισμού, κύριο αίτιο των συμφορών, των καταστροφών και τής κακοδαιμονίας τής Ρωμιοσύνης από τότε, μέχρι σήμερα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου