Η Επανάσταση του 1821 υπήρξε μια μεγαλειώδης αλλά και ανεπανάληπτη, ιστορικά, στιγμή, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης, ο πατέρας της Ελευθερίας της Ελλάδας, είπε στα απομνημονεύματά του, μια μεγάλη και αιώνια Αλήθεια:
«…η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ’ όσαις γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήτον ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος με άλλο έθνος, ήτον με ένα λαόν όπου ποτέ δεν ηθέλησε να αναγνωρισθή ως τοιούτος, ούτε να ορκιστή, παρά μόνον ό,τι έκαμνε η βία. Ούτε ο Σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να θεωρήση τον ελληνικόν λαόν ως λαόν, αλλ’ ως σκλάβους». Ήταν τέλη
του Γενάρη του 1806 κι όπως έχει διασώσει η Παράδοση και το Δημοτικό μας τραγούδι, λίγο πριν από το Μοναστήρι, συνάντησαν έναν καλόγερο (τον Γερέσιμο) που κλάδευε το αμπέλι του Μοναστηριού. Τους έδωσε φαΐ και κρασί να στυλωθούνε, αλλά τους προέτρεψε να απομακρυνθούν και να μην πάνε στο Μοναστήρι, επειδή (προφανώς) φοβόταν τους Τούρκους, οι οποίοι είχαν βγάλει φιρμάνι για σκληρή τιμωρία προς όσους πρόσφεραν βοήθεια στους καταδιωκόμενους Κλέφτες.Γράφει χαρακτηριστικά ο Τ.Χ. Κανδηλώρος για την επικρατούσα τότε κατάσταση:
«Ο δε λαός έντρομος συνετάχθη τη φωνή των προεστώτων μετά των αγριών ορδών και υπεδείκνυεν αυτοίς τα κρησφύγετα των σταυραετών, οίτινες κατέλιπον ήδη ερήμους και ορφανάς τας ανέκαθεν απροσίτους φωλέας αυτών».
Το μικρό αυτό μπουλούκι των Κολοκοτρωναίων αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη Μονή και τότε ο καλόγερος τους έβαλε να κρυφτούν στον ληνό που ήταν εκεί κοντά στ’ αμπέλι,. Όμως, στο μυαλό του άλλα σκεφτόταν και άλλα σχεδίαζε.
*(. Ο ληνός της Μονής Αιμυαλών ήταν ένα μικρό και χαμηλό χτίσμα από πέτρες (1781), που μέσα του ήτανε το πατητήρι για τα σταφύλια και η μεγάλη δεξαμενή όπου έπεφτε ο μούστος, πριν τον πάνε στα βαγένια του Μοναστηριού.)
Δυστυχώς, όμως, για άλλη μια φορά, η προδοσία γυρόφερνε σαν κοράκι θανάτου πάνω από τους Κλέφτες, αυτούς που προτίμαγαν να ζήσουν λεύτεροι και περήφανοι παρά προσκυνημένοι και σκλάβοι σύμφωνα με το τραγούδι:
– «Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γίνεις νοικοκύρης.
– Μάνα, σου λέω, δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω
δεν ημπορώ, δε δύναμαι εμάλλιασε η καρδιά μου
θα πάρω το ντουφέκι μου, θα πάω να γίνω κλέφτης.
Πουρνό φιλεί τη μάνα του, πουρνό ξεπροβοδιέται».
Ο καλόγερος των Αιμυαλών, ο Γερέσιμος, αφού έβαλε τους Κλέφτες να κλειστούν στον Ληνό κάνοντάς τους να πιστέψουν πως ήταν ασφαλείς, έτρεξε στη Δημητσάνα (μερικοί ιστορικοί λένε μετά από εντολή του ηγουμένου της Μονής) και ειδοποίησε τους «προύχοντες» κι εκείνοι, με τη σειρά τους, έστειλαν χαμπέρι στους Τούρκους της Στεμνίτσας. Στο μεταξύ, οι «προύχοντες», μέχρι να φτάσει το τουρκικό απόσπασμα από τη Στεμνίτσα, έστειλαν δικούς τους ένοπλους από τη Δημητσάνα και το Ζυγοβίστι, για να αποκλείσουν τους κλεισμένους στο Ληνό Κολοκοτρωναίους και να εμποδίσουν τη διαφυγή τους.
Σε λίγες ώρες κατέφθασε και το τουρκικό απόσπασμα, περικύκλωσε το Ληνό, και άρχισε το ντουφεκίδι. Οι κλεισμένοι Έλληνες, με επικεφαλής τον Γιάννη Κολοκοτρώνη-Ζορμπά, ντουφεκόντας μέσα από τα παράθυρα και τις πολεμίστρες απέκρουσαν όλες τις επιθέσεις των εχθρών στρώνοντας τον τόπο γύρω από τον Ληνό με νεκρούς Τούρκους. Απελπισμένοι οι Τούρκοι πρότειναν στους πολιορκημένους να παραδοθούν, αλλά οι περήφανοι Έλληνες αρνήθηκαν.
Το «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ή ΘΑΝΑΤΟΣ» δεν είχε ακόμα ειπωθεί, αλλά ζούσε και άντρειευε στις ψυχές των Ελλήνων, που μάχονταν για Πατρίδα και Λευτεριά.
Μετά την άρνηση των Κολοκοτρωναίων να παραδοθούνε, οι Τούρκοι, αφού δεν μπορούσανε να κάνουν καλά τους λιγοστούς Κλέφτες, βγάλανε μερικά κεραμίδια από τη στέγη του Ληνού, και πετάξανε μέσα αναμμένο θειάφι ζυμωμένο με λάδι και κερί. Πήρανε, τότε, φωτιά και τα κλήματα με τα οποία ήτανε γεμάτος ο Ληνός και οι Κλέφτες, για να μην σκάσουνε και να μην καούνε ζωντανοί, πήρανε τα γιαταγάνια στα χέρια, άνοιξαν την πόρτα του λαμπαδιασμένου Ληνού και όρμησαν πάνω στους Τούρκους, με πρώτο και καλύτερο τον Γιάννη Κολοκοτρώνη που χτυπούσε με μανία δεξιά και αριστερά βλαστημώντας τους τούρκους και τον προδότη καλόγερο. Πίσω του βγήκαν και τ’ άλλα παλικάρια και σκότωσαν Τούρκους πολλούς πριν πέσουν όλοι νεκροί από τα βόλια των πολιορκητών. Οι Τούρκοι δεν σεβάστηκαν τους νεκρούς ΄Ελληνες: τους κατακρεούργησαν, τους έκοψαν τα κεφάλια, τα παλούκωσαν, τα διαπόμπευσαν μέσα στη Δημητσάνα και ύστερα τα έστειλαν στην Τρίπολη, όπου, με εντολή του πασά, κρεμάστηκαν στον πλάτανο της πλατείας (σημερινή πλατεία Κολοκοτρώνη) για παραδειγματισμό. Ήτανε 1 Φεβρουαρίου του 1806, τότε που έγινε αυτό το «πήδημα» από τη σκλαβιά στη Λευτεριά, αυτή η αποκοτιά η ανίκητη, που οι Τούρκοι την έβρισκαν διαρκώς μπροστά τους, μέχρι που ο Ήλιος της Λευτεριάς φώτισε και πάλι την Ιερή Γη των Ελλήνων.
Η μεγαλειώδης αυτή θυσία των Κολοκοτρωναίων στον Ληνό της Μονής Αιμυαλών καταγράφηκε σε ένα παράφυλλο του Μηναίου της Μονής Αιμυαλών του μηνός Απριλίου, το οποίο, σήμερα, βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Δημητσάνας. Η ενθύμηση αυτή, την οποία ανακάλυψε ο Τάσος Γριτσόπουλος και τη δημοσίευσε στο βιβλίο του με τίτλο «Μονή Αιμυαλών», έχει ως εξής:
1806 φεβρουαρίου 1 εκινίγισα[ν] τους κλεφ[τ]ες και του[ς] εσκοτασαν [=εσκώτοσαν] τού[ς] κολοκοτρονέους και τον γιοργο”.
Όμως, εκτός από το χέρι του αγράμματου καλόγερου, που άφησε αυτή τη σημείωση στο εκκλησιαστικό βιβλίο, ήταν εκεί, στο Ληνό των Αιμυαλών, και το Αθάνατο Δημοτικό μας Τραγούδι, που τραγούδησε, για να μείνει εις τους αιώνας των αιώνων αλησμόνητη η θυσία των Ελλήνων της Λευτεριάς, εκεί κάτω στους βράχους και στην ερημιά της Δημητσάνας:
Καλόγερος εκλάδευτε στης Αιμυαλούς τ’ αμπέλι,
βλέπει δυο κλέφτες κι έρχονται, δυο λεροφορεμένους.
Από μακριά τον χαιρετούν κι από κοντά του λένε
-Για κρύψε μας, καλόγερε, κρύψε μας μπουραζέρη
ψωμί κρασί για φέρε μας, τ’ είμαστε πεινασμένοι.
-Ελάτε μπάτε στο ληνό να κάμετε λημέρι.
-Τήρα καλά καλόγερε, να μη μας μαρτυρήσεις,
σου κόβει ο Γιώργος τα μαλλιά κι ο Γιάννης το κεφάλι.
Και τον ανήφορο έκαμε στη Δημητσάνα πάει
κι ευθύς τελάλι έβαλε, σε τρεις μεριές στη χώρα.
-Μεσ’ στο ληνό γιατάκιασα τους Κολοκοτρωναίους,
μικροί μεγάλοι στ’ άρματα τους κλέφτες να σκοτώστε!
Τρεις παγανιές εβγήκανε και πάνε να τους πιάσουν.
Από μακριά τους έζωσαν κι από μακριά τους λένε
-Έβγα Γιάννη προσκύνησε μ’ όλη την συντροφιά σου,
να σου χαρίσω την ζωή και σε και στα παιδιά σου.
-Πως με περνάς Μπουλούμπαση, για να σε προσκυνήσω,
που ‘γω είμαι ο Γιάννης ο Ζορμπάς κι αν θέλεις, πλησιάζεις.
Δεν κόταγαν να παν κοντά, τους έτρωγε το φίδι,
ρίξαν φωτιά μεσ’ το ληνό, κουβάρια θειαφοκέρι,
πιάσαν η κληματόβεργες κι ο Γιάννης τραγουδάει.
-Τώρα να ιδείς, Μπουλούμπαση, να ιδείς πως προσκυνάνε,
δεν είναι μια, δεν είναι δυό, που σ’ έκαμ’ άνω κάτω,
που σ’ έκαμα σαν τον λαγό Μπουλούμπαση να τρέμεις!
Και το ντουφέκι τ’ άδειασε κι έκαμ’ ένα γιουρούσι,
τρεις παταριές του ρίξανε και πέφτει λαβωμένος,
και η φωτιά τους έζωσε και τ’ άρματα δεν πιάνουν
του ρίχνουν άλλη παταριά κι εμούγκρισε σαν λύκος.
-Αφήνω γεια, συντρόφοι μου, μ’ έφαγαν οι μουρτάτες.
Κι ο Θοδωρής αγνάντευε ψηλ’ από την Κλινίτσα.
-Σήκω, Φόρτο, να φύγωμε στη Ζάκυνθο να πάμε,
τι μας εζώσαν τα σκυλιά οι άπιστοι μουρτάτες.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του αναφέρει σχετικά με τον θάνατο του αδερφού του στον «Ληνό των Αιμυαλών»:
«Εμάθαμεν ότι ήλθε το Συνοδικό και το Φερμάνι. Εμάζωξα όλους ως 150 και τους είπα, να αναχωρήσωμεν να πάμε εις την Ζάκυνθον (…) με αποκρίθησαν όλοι με ένα στόμα: ότι ημείς δεν πηγαίνομεν εις την Φραγκιάν και θέλομεν ν’ αποθάνωμεν επάνω εις την πατρίδα μας. Ο αδελφός μου ο Γιάννης με είπε ότι θέλω να με φάγουν τα όρνεα του τόπου μας. (…) Ο Αντώνιος ο Κολοκοτρώνης με άλλον έναν εκρύφθηκε εις τους συγγενείς μας, και τον αδελφόν μου Γιάννη με άλλους 4, να υπάγει αποκάτω εις την Δημητζάνα οπού είν’ ένα χωργιό για να τους κρύψη ένας πιστός φίλος οπού είχαμε. (…) Ο Γιάννης δεν εύρε τον φίλον του επήγε εις τους Αιμυαλούς, μοναστήρι, του έδωκε ένας καλόγερος φαγί και έπειτα επήγε, έδωσε είδησιν εις τους Τούρκους, επήγαν, τον πολιόρκησαν εις τον ληνόν και τον εσκότωσαν.»
Σχετικό είναι και το παρακάτω δημοτικό τραγούδι:
«Σαββάτο βάλανε βουλή οι κλέφτες και οι αρματολοί,
τέσσεροι καπεταναίοι κι ούλοι οι Κολοκοτρωναίοι.
Μεσ΄ του Τσαλντή επήγανε, κι όλοι μαζί μιλήσανε,
με γυμνά σπαθιά στα χέρια και πετά΄ σαν περιστέρια.
Όλοι μαζί μιλήσανε και ΄κεί τα συμφωνήσανε,
για να παν΄ να πολεμήσουν και τους Τούρκους να νικήσουν.
Ο Γιάννος πάει στης Αιμυαλούς, άιντε βρε Γιάννο μ΄ δε μ΄ ακούς*;
και ο Πάνος πάει στην Πιάνα, πάει στη δόλια του τη μάνα.
Κι΄ ο Θοδωράκης ξεκινά για της Κλεινίτσας τα βουνά
και τους Τούρκους για να κλείσει όλους μεσ΄ στο μετερίζι.»
*(Η φράση του δημοτικού τραγουδιού: «άιντε βρε Γιάννο μ΄ δε μ΄ ακούς*;» είναι μια έμμεση αναφορά στην προειδοποίηση που είχε απευθύνει ο Θ. Κολοκοτρώνης στον αδερφό του, τον Γιάννη, να μην πάει στο Μοναστήρι των Αιμυαλών, γιατί (προφανώς) είχε πληροφορίες ότι κάτι, εκεί, δεν πήγαινε καλά.)
Υπάρχει, τέλος, κι ένα ακόμα δημοτικό τραγούδι, που με πιστότητα ιστορικού, περιγράφει τόσο την ηρωική θυσία του Γιάννη Κολοκοτρώνη και των συντρόφων του, όσο και τις γενικότερες περιστάσεις, μέσα στις οποίες συνέβη, στο κύμα της τουρκικής τρομοκρατίας-δηλαδή- και στην ανταπόκριση που είχε αυτή μεταξύ των Ελλήνων, πολλοί από τους οποίους, εξαιτίας του φόβου ή και των συμφερόντων τους, συνεργάστηκαν με τους κατακτητές Τούρκους εναντίον των Κλεφτών:
Ο Θοδωράκης κάθεται στην Ζάκυνθο στο κάστρο.
Παίρνει το κιάλι και τηράει τους κάμπους κι αγναντεύει,
βλέπει τους κάμπους πράσινους και τα βουνά γεράνια
και τα γιατάκια των κλεφτών πολύ σκοτιδιασμένα
και του ’ρθε σαν παράπονο και κάθεται και κλαίει.
Κι ο Μακρυγιάννης τον ρωτά κι ο Μακρυγιάννης λέει:
-Τι έχεις Θοδωράκη μου και χύνεις μαύρα δάκρυα;
-Γιαννιό μου σαν μ’ ερώτησες να του το μολογήσω
Γιαννιό μου, πού τα’ αδέρφια μου, ο Γιώργης με το Γιάννη;
Να ήτον ο Γιάννης πονηρός, να είχε ο Γιάννης γνώση
ερχότανε στη Ζάκυνθο που ήσαν και τ’ άλλα αδέρφια.
Μα πήγε κι αποκλείστηκε μεσ’ το ληνό στ’ αμπέλι.
Και κει τον ζώνει η παγανιά, βουκόλοι και ποιμένες,
κι οι προεστοί του μίλησαν κ’ οι προεστοί του λένε:
-Για έβγα Γιάννη προσκύνησε και ρίξε τ’ άρματα σου
-Τίγαρης είμαι νιόνυφη, να βγω να προσκυνήσω;
Στα δόντια βάνει το σπαθί, στα χέρια το ντουφέκι,
πικρό γιουρούσι έκαμε σαν άξιο παλληκάρι.
Μια παταριά του δώσανε τη μια μεριά την άλλη.
Το στόμα τ’ αίμα γέμισε κ’ η μύτη του φαρμάκι.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση (και όπως λέει το τραγούδι) ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης από την Κλινίτσα (κορφή του Μαινάλου απέναντι από το Ζυγοβίστι) αγνάντευε με το κιάλι του τον χαμό του αδερφού του και των άλλων παλικαριών και στον πόνο του απάνω άφησε ευχή και κατάρα στους απογόνους του να εκδικηθούν μία μέρα τη μονή.
Αργότερα, όμως, λίγο πριν από το θάνατό του, κατά το έτος 1842, όταν βρέθηκε στη Δημητσάνα, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δέχθηκε επίσκεψη μοναχών της μονής, που τον κάλεσαν να επισκεφθεί το μοναστήρι τους. Ο Κολοκοτρώνης αρνήθηκε και τους έδιωξε!!!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου